Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2012

Αναγεννησιακός χορός


Ανάμεσα στις φλόγες της φωτιάς βλέπω νότες.
Νότες μια γνώριμης μελωδίας.
Μια μελωδία από τα πλήκτρα ενός παλιού μαύρου πιάνου.
Εκεί που σε συνάντησα για πρώτη φορά.
Σε ένα δωμάτιο ενός παλιού εγκαταλελλειμένου σπιτιού.
Ενός σπιτιού που τυλίχθηκε στις φλόγες και πήρε μαζί του τα πάντα.
Εκτός από αυτό το πιάνο.
Ο ήχος του με παρέσυρε στο εσωτερικό.
Εκεί κάπου ήσουν κι εσύ. 
Κοιτούσες έξω από το καμμένο παράθυρο.
Η μορφή σου ήταν τόσο αγέρωχη.
Επιβλητική σε όλο το χώρο, όπως το πιάνο.
Μόλις άκουσες τα βήματά μου, γύρισες και με κοίταξες στα μάτια.
Αυτό το βλέμμα που ποτέ δε θα ξεχάσω.
Τόσο διαπεραστικό, τόσο επίμονο, τόσο αγνό.
Ήρθες κοντά μου, έβγαλες το παλτό σου, και το ακούμπησες στους ώμους μου.
Έξω το χιόνι έπεφτε πυκνό.
Μπορούσα να μυρίζω για ώρες το άρωμα σου.
Την κολώνια σου, μαζί με τη μυρωδιά του σώματός σου.
Ο νεαρός συνέχιζε να παίζει.
Μια μελωδία που ακόμα τριγυρνάει στο μυαλό μου.
Το σκηνικό άλλαξε μορφή.
Το σπίτι μεταμορφώθηκε σε παλάτι της Αναγέννησης.
Εσύ με σμόκιν, εγώ με κορσέ και τεράστια φούστα.
Τριγύρω πολυέλαιοι και στα πατωμα κόκκινα χαλιά.
Ένα τεράστιο τζάκι στη μέση.
Μπροστά του, εγώ κι εσύ.
«Χορεύουμε?», είπες απλώνοντας το χέρι σου.
Ένιωθα ένα απαλό άγγιγμα στη μέση μου.
Είχα αφήσει το κορμί μου στα χέρια σου.
Καθοδηγούσες κάθε κίνησή μου.
Μα, το κομμάτι τελείωσε.
Και μπαμ! Όλα άρχισαν να σβήνουν.
Οι πολυέλαιοι έσβηναν ένας ένας.
Τα πορφυρά χαλιά σκούραιναν.
Στο τζάκι δεν υπήρχε φωτιά.
Φορούσες ένα παντελόνι κι ένα πουκάμισο.
Εγώ ένα τζιν παντελόνι και ένα πουλόβερ.
Ο πιανίστας δεν έπαιζε πια.
Η χρυσόσκονη χάθηκε μόλις σταμάτησε η μουσική.





Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2012

Βραδινές σκέψεις




Όσο βαθιά στη γη κι αν είμαι
Το κεφάλι μου θα είναι πάντα στραμμένο  στον ουρανό
Θα κοιτάω την ανατολή και τη δύση,
Εκεί θα είσαι πάντα εσύ
Όσο μακρά κι αν είσαι
Ακόμα κι αν δε μπορώ να σ’ αγγίξω
Θα κλείνω τα μάτια και θα ονειρεύομαι
Εμένα κι εσένα αγκαλιά
Να ακούω τους χτύπους της καρδιάς σου
Και να κοιμάμαι μέσα στα χέρια σου...

Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2012


Το παλιό συνδέεται με το καινούριο, με τη φρεσκάδα των νέων καταστάσεων, των νέων προσώπων. Σημασία δεν έχει η διαφορά των χρόνων ή ακόμα και των αιώνων, αλλά η σύνδεση μεταξύ τους. Μπορεί μέσα από το παλιό να βρεις αυτό που ψάχνεις. Τη χαμένη αθωότητα των παιδικών σου χρόνων, το κρυμμένο, πίσω από τα χείλη, χαμόγελό σου. Αρκεί να βρεις το χρυσάφι, μέσα από τις στάχτες. Γιατί τα πιο αληθινά πράγματα κρύβονται εκεί που λίγοι άνθρωποι έχουν τη γνώση, το κουράγιο και τη θέληση να ψάξουν. Εκεί που το φως του ήλιου φωτίζει μια μικρή πτυχή τους, κι εσύ πρέπει να έχεις τα μάτια ανοιχτά και το μυαλό καθαρό για να το καταλάβεις... 

Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2012

Anouar Brahem "Vague (e la nave va)"


http://www.youtube.com/watch?v=VWuOh7a6ANQ


 Αναμνήσεις..

 Τι είναι οι αναμνήσεις; Εικόνες του παρελθόντος αποτυπωμένες στην καρδιά του κάθε ανθρώπου. Για μένα κάθε εικόνα συνδυάζεται με ένα τραγούδι. Κάθε τραγούδι και μία ανάμνηση. Κάθε ήχος και μία σημαντική στιγμή στη ζωή μου. Άλλες φορές είναι ζωηρή και άλλες μελαγχολική.
 Θυμάσαι αυτό το τραγούδι; Ναι το θυμάσαι, το βλέπω στα μάτια σου. Εκείνο βράδυ, στη ταράτσα κάτω από το φως του παλιού σκονισμένου πορτατίφ, τον ήχο αυτής της μουσικής και ένα ποτήρι λευκό κρασί στο χέρι. Με θέα ένα μαύρο μουντό τοπίο, στολισμένο με τα φωτάκια της πόλης. Πολύχρωμα φωτάκια που προσπαθούσαν να σπάσουν τη μαυρίλα του ορίζοντα και να δώσουν μια πιο ευχάριστη νότα στο τοπίο. Όλη η πόλη, στα πόδια μας. Το κάθε αξιοθέατο, το κάθε σοκάκι, η κάθε γειτονιά, ο κάθε άνθρωπος.
 Ήξερες από την αρχή πώς να με κάνεις ευτυχισμένη. Πώς να με κάνεις να χαμογελάσω. Με πήρες από το χέρι, με σήκωσες από τον καναπέ και ξεκίνησες να μου μιλάς για την πόλη. Για τα τόσα φώτα που βλέπαμε. Δεν ήταν αστέρια, ήταν όμως ρομαντικά. Είχες φαντασία. Κάτι που με γοητεύει στους ανθρώπους. Μπορούσες να δημιουργήσεις αστερισμούς από τα φώτα των κτιρίων. Το απαλό αεράκι χάιδευε τους ώμους μου. Νόμιζα ότι ήταν η ανάσα σου κι έκλεισα τα μάτια μου για να το απολαύσω. Μα, εσύ μου μιλούσες ακόμα για την πόλη σου, την πόλη που θα γινόταν δικιά μας. Όταν το κατάλαβα, άνοιξα τα μάτια και σου χαμογέλασα. Με κοίταξες έκπληκτος. Έβαλες τα χέρια μου μέσα στις παλάμες σου, με κράτησες σφιχτά για να νιώσω την προστασία που ήθελες να μου υποσχεθείς και κοιτώντας με στα μάτια μου φίλησες τα χέρια. Το φιλί σου διαπέρασε όλο μου το κορμί. Το πιο όμορφο και ρομαντικό φιλί που θα μπορούσες να μου δώσεις. Η αίσθηση ενός φιλιού που δεν θα φύγει ποτέ.
 Ξέρεις τι μου έμαθες άθελά σου; Τα πιο όμορφα φιλιά είναι αυτά που μπορείς να δώσεις με την ψυχή, και όχι με τα χείλη. Τα χείλη μπορούν να δώσουν εκατομμύρια φιλιά. Η ψυχή, όμως, μπορεί να αισθανθεί ελάχιστα. Τα χείλη θα ξεχάσουν, η ψυχή θα θυμάται για πάντα.

Τρίτη 24 Απριλίου 2012

Σαν την πρώτη μέρα

Αφορμή υπήρξε η απάντηση μιας γυναίκας στην ερώτηση "πώς είναι να είσαι μαζί με τον ίδιο άνθρωπο 27 χρόνια?", "σαν την πρώτη μέρα". Ξαφνιάστηκε όταν ένιωσε κάποιον πίσω της. Κάτι πολύ γνώριμο, που δεν την έκανε να φοβηθεί, ούτε να τρομάξει. Η μυρωδιά, της θύμιζε έναν μόνο άνθρωπο. Γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια. Το ίδιο βλέμμα, το ίδιο συναίσθημα, όπως τόσα χρόνια πριν. Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Χαμογέλασε, και προσπαθούσε να κρατήσει τα δάκρυα στα μάτια της. Θυμόταν τα πάντα, την κάθε λεπτομέρεια, το κάθε άγγιγμα, το κάθε συναίσθημα. Το ρίγος που διαπερνούσε το κορμί της όταν την άγγιζε και την έκανε να ανατριχιάζει. Την υφή του χεριού του καθώς έκανε βόλτες σ’ όλο της το σώμα. Ξεκινώντας από τα ροδοκόκκινα μάγουλά της, στο μακρύ λαιμό της, ανάμεσα από τα στήθη της, στον ομφαλό της και διαγράφοντας όλες τις καμπύλες των ποδιών της. Τόσα χρόνια είχε μείνει κολλημένη σε κείνη την παλιά εικόνα. Αυτή ημίγυμνη στο περβάζι του παραθύρου, ένα τσιγάρο να σιγοκαίει στο χέρι της, τα δάκρυά της να νοτίζουν το άσπρο της δέρμα και το βλέμμα της χαμένο στους δρόμους της Νέας Υόρκης. Αυτός, στο κρεβάτι με το σκισμένο του τζιν χωρίς μπλούζα και τα χέρια του να συγκρατούν το κεφάλι του, προσπαθούσε να βρει τη δύναμη να την αποχωριστεί. Δεν πίστευε ποτέ ότι θα τον ξανα έβλεπε, και θα του μιλούσε. Αφού έκλεισε την πόρτα πίσω του, έκλαψε όσο περισσότερο μπορούσε και έδωσε τέλος στο όνειρο που ζούσε. Σκότωσε τον άντρα που της έδωσε τα πάντα και της πήρε τα πάντα μέσα σε ένα απόγευμα. «Πρέπει να φύγω. Θα πάω στο Ντιτροιτ για δουλειά. Δεν μπορώ να αρνηθώ. Είναι πολυ σημαντική θέση.» Όλα τα πραγματά του, μαζί με τις αναμνήσεις της θάφτηκαν στο κουτί που της είχε χαρίσει ο ίδιος. Σκονισμένο, όπως και η μορφή του στο μυαλό της, είναι κάπου εκεί μαζί με τα παιδικά της παιχνίδια στο πατρικό της σπίτι. «Πέρασε αρκετός καιρός από την τελευταία φορά που αποχαιρετιστήκαμε. Με θυμάσαι?» Πώς είναι δυνατόν να τη ρωτάς κάτι τέτοιο. Στον άνθρωπο που σε ήξερε καλύτερα απο όλους. Που στο μυαλό και στη καρδιά της παρέμενες σαν μια ανεξίτηλη στο χρόνο ασπρόμαυρη φωτογραφία, να την κρατάς αγκαλιά δίπλα στη λίμνη και να της ψιθυρίζεις στο αυτί πως θα είσαι εκεί για να την κάνεις να χαμογελάει. Κι όμως, τη μεγαλύτερή σου υπόσχεση δεν μπόρεσες ποτέ να την κρατήσεις, όπως και πολλές άλλες. Σου φώναξε πόσες φορές. «Μου το υποσχέθηκες. Δεν θα μ αφήσεις ποτέ να κλάψω. Θα ήσουν πάντα εδώ. Γιατί φεύγεις?! Πες μου. Γιατί? Μόνο αυτήν την υπόσχεση θέλω να κρατήσεις. Κανένα άλλο θα.» ποτέ όμως δεν την άκουσες. Ποτέ δεν τήρησες καμία υπόσχεσή σου. Και τώρα γυρνάς πίσω και τι ζητάς? Απλά ένα γεια? Ένα τι κάνεις? Στα μάτια της βλέπεις τα πάντα. Βλέπεις πως δεν συμβιβάζεται με τίποτα λιγότερο από την υπόσχεση που της είχες δώσει τότε. Να την κάνεις να χαμογελάει. Στα μάτια σου, όμως, δεν φαίνεται κάτι παρόμοιο. Ο ίδιος πόθος, ο ίδιος έρωτας, το ίδιο συναίσθημα. Κοίτα την στα μάτια και αναλογίσου. Κάπου βαθυά μέσα σου, η καρδιά σου θέλει να την νιώσει ξανά. Το κορμί σου, να αγγίξει το δικό της και τα χείλη σου να νιώσουν τη γεύση της. Άρπαξέ της το χέρι, κοίταξέ την στα μάτια και μην της πεις τίποτα. Θα καταλάβει.. άγγιξε τα χείλη της και τα υπόλοιπα θα έρθουν μόνα τους. Απλά άγγιξέ την...