Τρίτη 24 Απριλίου 2012

Σαν την πρώτη μέρα

Αφορμή υπήρξε η απάντηση μιας γυναίκας στην ερώτηση "πώς είναι να είσαι μαζί με τον ίδιο άνθρωπο 27 χρόνια?", "σαν την πρώτη μέρα". Ξαφνιάστηκε όταν ένιωσε κάποιον πίσω της. Κάτι πολύ γνώριμο, που δεν την έκανε να φοβηθεί, ούτε να τρομάξει. Η μυρωδιά, της θύμιζε έναν μόνο άνθρωπο. Γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια. Το ίδιο βλέμμα, το ίδιο συναίσθημα, όπως τόσα χρόνια πριν. Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Χαμογέλασε, και προσπαθούσε να κρατήσει τα δάκρυα στα μάτια της. Θυμόταν τα πάντα, την κάθε λεπτομέρεια, το κάθε άγγιγμα, το κάθε συναίσθημα. Το ρίγος που διαπερνούσε το κορμί της όταν την άγγιζε και την έκανε να ανατριχιάζει. Την υφή του χεριού του καθώς έκανε βόλτες σ’ όλο της το σώμα. Ξεκινώντας από τα ροδοκόκκινα μάγουλά της, στο μακρύ λαιμό της, ανάμεσα από τα στήθη της, στον ομφαλό της και διαγράφοντας όλες τις καμπύλες των ποδιών της. Τόσα χρόνια είχε μείνει κολλημένη σε κείνη την παλιά εικόνα. Αυτή ημίγυμνη στο περβάζι του παραθύρου, ένα τσιγάρο να σιγοκαίει στο χέρι της, τα δάκρυά της να νοτίζουν το άσπρο της δέρμα και το βλέμμα της χαμένο στους δρόμους της Νέας Υόρκης. Αυτός, στο κρεβάτι με το σκισμένο του τζιν χωρίς μπλούζα και τα χέρια του να συγκρατούν το κεφάλι του, προσπαθούσε να βρει τη δύναμη να την αποχωριστεί. Δεν πίστευε ποτέ ότι θα τον ξανα έβλεπε, και θα του μιλούσε. Αφού έκλεισε την πόρτα πίσω του, έκλαψε όσο περισσότερο μπορούσε και έδωσε τέλος στο όνειρο που ζούσε. Σκότωσε τον άντρα που της έδωσε τα πάντα και της πήρε τα πάντα μέσα σε ένα απόγευμα. «Πρέπει να φύγω. Θα πάω στο Ντιτροιτ για δουλειά. Δεν μπορώ να αρνηθώ. Είναι πολυ σημαντική θέση.» Όλα τα πραγματά του, μαζί με τις αναμνήσεις της θάφτηκαν στο κουτί που της είχε χαρίσει ο ίδιος. Σκονισμένο, όπως και η μορφή του στο μυαλό της, είναι κάπου εκεί μαζί με τα παιδικά της παιχνίδια στο πατρικό της σπίτι. «Πέρασε αρκετός καιρός από την τελευταία φορά που αποχαιρετιστήκαμε. Με θυμάσαι?» Πώς είναι δυνατόν να τη ρωτάς κάτι τέτοιο. Στον άνθρωπο που σε ήξερε καλύτερα απο όλους. Που στο μυαλό και στη καρδιά της παρέμενες σαν μια ανεξίτηλη στο χρόνο ασπρόμαυρη φωτογραφία, να την κρατάς αγκαλιά δίπλα στη λίμνη και να της ψιθυρίζεις στο αυτί πως θα είσαι εκεί για να την κάνεις να χαμογελάει. Κι όμως, τη μεγαλύτερή σου υπόσχεση δεν μπόρεσες ποτέ να την κρατήσεις, όπως και πολλές άλλες. Σου φώναξε πόσες φορές. «Μου το υποσχέθηκες. Δεν θα μ αφήσεις ποτέ να κλάψω. Θα ήσουν πάντα εδώ. Γιατί φεύγεις?! Πες μου. Γιατί? Μόνο αυτήν την υπόσχεση θέλω να κρατήσεις. Κανένα άλλο θα.» ποτέ όμως δεν την άκουσες. Ποτέ δεν τήρησες καμία υπόσχεσή σου. Και τώρα γυρνάς πίσω και τι ζητάς? Απλά ένα γεια? Ένα τι κάνεις? Στα μάτια της βλέπεις τα πάντα. Βλέπεις πως δεν συμβιβάζεται με τίποτα λιγότερο από την υπόσχεση που της είχες δώσει τότε. Να την κάνεις να χαμογελάει. Στα μάτια σου, όμως, δεν φαίνεται κάτι παρόμοιο. Ο ίδιος πόθος, ο ίδιος έρωτας, το ίδιο συναίσθημα. Κοίτα την στα μάτια και αναλογίσου. Κάπου βαθυά μέσα σου, η καρδιά σου θέλει να την νιώσει ξανά. Το κορμί σου, να αγγίξει το δικό της και τα χείλη σου να νιώσουν τη γεύση της. Άρπαξέ της το χέρι, κοίταξέ την στα μάτια και μην της πεις τίποτα. Θα καταλάβει.. άγγιξε τα χείλη της και τα υπόλοιπα θα έρθουν μόνα τους. Απλά άγγιξέ την...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου