Καθόταν ακίνητος στο τιμόνι, και κοιτούσε με οίκτο τον ουρανό. Περίμενε πως όλο αυτό ήταν ένα κακόγουστο αστείο. Πως σε λίγα δευτερόλεπτα όλα θα άλλαζαν και θα ξαναγέμιζαν με τα χρώματα του ουράνιου τόξου, και όχι με το βαθύ κόκκινο. Τα δευτερόλεπτα, όμως, περνούσαν και τα χρώματα δεν άνοιγαν, αλλά σκούραιναν. Ο ουρανός έχασε τη λάμψη του και τα πρόσωπα των περαστικών συννέφιαζαν. Βγαίνει από το αμάξι, και γονατίζει κοντά της. Το τζιν του νοτίζει από το αίμα της. Με τα χέρια του πιάνει το κεφάλι του και κοιτάει πάλι προς τον ουρανό, περιμένοντας ένα σημάδι, μία ελπίδα.
Εγώ αποστασιοποιημένος και μαρμαρωμένος στην άκρη του δρόμου προσπαθώ να συνειδητοποιήσω τι έγινε μπροστά στα μάτια μου. «η καλύτερη μέρα της ζωής μου ξεκινά σήμερα» είχα πει το πρωί. Θα την έβλεπα μετά από δύο χρόνια. Δύο χρόνια απουσίας, δυο χρονια αλλεπάλληλων σκέψεων. Την είχα ερωτευτεί από τη πρώτη στιγμή που την αντίκρυσα μέσα σε μια χαοτική συναυλία πριν 5 χρόνια. Η έλξη ανάμεσά μας φάνηκε από τα πρώτα λεπτά. Ένιωθα πως είχα βρεί αυτό που αναζητούσα. Ήταν ψηλή, αδύνατη, με καστανά μακρυά ίσια μαλλιά και μελί μάτια. Προσεγμένο ντύσιμο και μια θηλυκότητα πολύ διακριτική, που δεν προκαλούσε. Έξυπνο χιούμορ, με ιδιαίτερη προσωπικότητα και με τρόπους. Η ζωή μας ήταν γεμάτη χαμόγελα, ευτυχισμένες στιγμές και άπλετη αγάπη. Όμως, όλα δεν κρατάνε για πάντα. Ένα μεταπτυχιακό, ήρθε να ταράξει την ήρεμη θάλασσα. Ένα αεροπλάνο την πήρε μίλια μακρυά, και σε απόσταση και σε συναισθήματα. Όλα πάγωσαν μεταξύ μας, από τη μία στιγμή στην άλλη. Το τέλος ήρθε χωρίς να επιφέρει ολοκληρωτικές καταστροφές και ναυάγια. Απλά τελείωσε.
Σήμερα μετά από δύο χρόνια νοσταλγίας την είδα ξανά. Την περίμενα μπροστά από το ξενοδοχείο Ηλέκτρα στη Πλατεία Αριστοτέλους. Τόσο απλά ντυμένη, αλλά παράλληλα και τόσο κομψά. Περπατούσε με καμάρι και αυτοπεποίθηση προς το μέρος μου. Το ίδιο χαμόγελο που είχε πάντα. Όλα ήταν σαν να μην είχαν τελειώσε ποτέ. Μία απλή παύση. Την αγκάλιασα με τόση δύναμη, λες και δεν θα την ξανα αγκάλιαζα ποτέ. Σαν να ήταν όνειρο που δεν ήθελα να τελειώσει. Οι ώρες περνούσαν τόσο γρήγορα μαζί της, όπως τότε. Είχαμε να πούμε τόσα πολλά γι αυτό μιλούσαμε γρήγορα για να προλάβουμε οσο το δυνατόν περισσότερα.
Νύχτωσε. Έπρεπε να φύγουμε. Δεν ήξερα αν έπρεπε να της πω να έρθει σπίτι μου. Δεν ήξερα που να την πήγαινα. Είχα τόση ανασφάλεια σαν να ήταν το πρώτο μας ραντεβού. Περπατούσα αμίλητος με το κεφάλι σκιμένο προσπαθώντας να βρω τι να της πω όταν άκουσα το απότομο φρενάρισμα της BMW. Δεν πρόλαβα να της αρπάξω το χέρι, να την κρατήσω πίσω. Με κοιτούσε και χαμογελούσε όταν το κορμάκι της χτυπήθηκε από τον ξανθό νεαρό.
Τη κοιτούσα όση ώρα η ψυχή της πήγαινε σε κάποιο καλύτερο κόσμο. Το χαμόγελό της πάντα αποτυπωμένο στα χείλη της. Μου χαμογελούσε ακόμα και τότε που ήταν ξαπλωμένη πάνω στο μεταξωτό κόκκινο σεντόνι. Έτρεξα να την αγκαλιάσω. Να της φωνάξω να μείνει μαζί μου, να μην μ αφήσει μόνο μου, αλλά δε μ άκουγε. Μόνο μου χαμογελούσε.