Ανάμεσα στις
φλόγες της φωτιάς βλέπω νότες.
Νότες μια
γνώριμης μελωδίας.
Μια μελωδία από
τα πλήκτρα ενός παλιού μαύρου πιάνου.
Εκεί που σε
συνάντησα για πρώτη φορά.
Σε ένα δωμάτιο
ενός παλιού εγκαταλελλειμένου σπιτιού.
Ενός σπιτιού που
τυλίχθηκε στις φλόγες και πήρε μαζί του τα πάντα.
Εκτός από αυτό το
πιάνο.
Ο ήχος του με
παρέσυρε στο εσωτερικό.
Εκεί κάπου ήσουν
κι εσύ.
Κοιτούσες έξω από
το καμμένο παράθυρο.
Η μορφή σου ήταν
τόσο αγέρωχη.
Επιβλητική σε όλο
το χώρο, όπως το πιάνο.
Μόλις άκουσες τα
βήματά μου, γύρισες και με κοίταξες στα μάτια.
Αυτό το βλέμμα
που ποτέ δε θα ξεχάσω.
Τόσο
διαπεραστικό, τόσο επίμονο, τόσο αγνό.
Ήρθες κοντά μου,
έβγαλες το παλτό σου, και το ακούμπησες στους ώμους μου.
Έξω το χιόνι
έπεφτε πυκνό.
Μπορούσα να μυρίζω
για ώρες το άρωμα σου.
Την κολώνια σου,
μαζί με τη μυρωδιά του σώματός σου.
Ο νεαρός συνέχιζε
να παίζει.
Μια μελωδία που
ακόμα τριγυρνάει στο μυαλό μου.
Το σκηνικό άλλαξε
μορφή.
Το σπίτι
μεταμορφώθηκε σε παλάτι της Αναγέννησης.
Εσύ με σμόκιν, εγώ
με κορσέ και τεράστια φούστα.
Τριγύρω
πολυέλαιοι και στα πατωμα κόκκινα χαλιά.
Ένα τεράστιο
τζάκι στη μέση.
Μπροστά του, εγώ
κι εσύ.
«Χορεύουμε?»,
είπες απλώνοντας το χέρι σου.
Ένιωθα ένα απαλό
άγγιγμα στη μέση μου.
Είχα αφήσει το
κορμί μου στα χέρια σου.
Καθοδηγούσες κάθε
κίνησή μου.
Μα, το κομμάτι
τελείωσε.
Και μπαμ! Όλα
άρχισαν να σβήνουν.
Οι πολυέλαιοι
έσβηναν ένας ένας.
Τα πορφυρά χαλιά
σκούραιναν.
Στο τζάκι δεν
υπήρχε φωτιά.
Φορούσες ένα
παντελόνι κι ένα πουκάμισο.
Εγώ ένα τζιν
παντελόνι και ένα πουλόβερ.
Ο πιανίστας δεν έπαιζε
πια.
Η χρυσόσκονη χάθηκε
μόλις σταμάτησε η μουσική.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου