Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2013

S. N.


"Falling slowly, eyes that know me
And I can't go back
Moods that take me and erase me
And I'm painted black
You have suffered enough
And warred with yourself
It's time that you won" 





«Ποια νομίζεις πως είσαι? Το κοριτσάκι του μπαμπά με τα πλούτη και τα πάντα στα πόδια του. Ένα κακομαθημένο είσαι που δεν ξέρεις πως είναι η ζωή γύρω σου, έξω από το προστατευτικό τζάμι που σε έχουν βάλει.»
            Αυτά της είπε γεμάτος θυμό, ενώ εκείνη στεκόταν ακόμα όρθια δίπλα στην πόρτα και τα πρώτα δάκρυα της άρχισαν να κυλάνε από τα μάτια της. Εξοργισμένος έψαχνε κάτι μέσα στο σπίτι του και νευρίαζε ακόμα περισσότερο που δεν το έβρισκε.
         «Πως τολμάς να έρχεσαι και να με προστάζεις να γυρίσω σπίτι. Μία πόρνη είσαι σαν όλες τις άλλες. Καμία διαφορά δεν έχεις από τις άλλες εκεί έξω. Ένα μυξιάρικο που με το παραμικρό κλαίει.» Αλαφιασμένος πήγαινε πάνω κάτω στο μικρό του διαμέρισμα, και έσπαγε ό,τι έβρισκε μπροστά του. Εκείνη καθόταν αμίλητη σε μία γωνία και περίμενε να ηρεμήσει. Κι άλλες φορές ήταν έτσι όταν δεν είχε πάρει τη δόση του. Όταν δεν είχε μαζί του εκείνο το άσπρο σακουλάκι με το θάνατο μέσα.
            Όταν τον είχε γνωρίσει, πριν 4 χρόνια, ήταν ο πιο ήρεμος άνθρωπος του κόσμου. Τον λάτρευε γιατί ήταν αληθινός και με ήθος. Την αγαπούσε κι αυτός. Της έκανε δώρα, την πήγαινε ταξίδια, τη βοηθούσε όποτε ήθελε, της μιλούσε και τη φρόντιζε. Ήταν ο άνθρωπος που ήθελε να ζήσει μαζί του για πάντα. Τα όνειρα δεν κρατάνε πολύ. Ο θάνατος, φέρνει θάνατο. Ο άνθρωπος που θαύμαζε πιο πολύ από τον καθένα στη ζωή του, πέθανε σε τροχαίο. Είδε τον πατέρα του νεκρό, στην εθνική οδό, μέσα σε μια λίμνη αίματος, σε ένα αναποδογυρισμένο αυτοκίνητο. Απο τότε τίποτα όμορφο δεν έμεινε μέσα του. Όλα γκρεμίστηκαν, και τίποτα δεν ξαναχτίστηκε. Κλείστηκε στον εαυτό του, έγινε απότομος, νευρικός και αποξενωμένος από τα πάντα. Τότε άρχισε και τα ναρκωτικά. Μέσα σε 2 μήνες είχε προχωρήσει αρκετά και δεν είχε σκοπό να σταματήσει. Δίπλα του όμως ήταν πάντα εκείνη η κοπέλα.  Δεν τον άφησε ποτέ, και δεν ήθελε να τον αφήσει. Γιατί πίστευε σ’ αυτόν. Σ αυτόν τον άνθρωπο που γνώρισε πριν 2 χρόνια.
            «Τι κάθεσαι και με κοιτάς έτσι? Τσιγάρα ψάχνω. Έχεις?»
            Σιωπή. Οι λέξεις δεν έβγαιναν από μέσα της. Τα χείλη της είχαν κολλήσει.
            «Γιατί δε μιλάς? ΠΕΣ ΜΟΥ! Ωχ, ρε πούστη μου. Δώσε μου τη τσάντα σου.»
            Της άρπαξε με βία τη τσάντα, και την αναποδογύρισε για να βρει τσιγάρα. Έπεσαν όλα από μέσα. Και το κουτάκι από μία σοκολάτα που της είχε χαρίσει κάποτε και της έγραφε στίχους από ένα τραγούδι. Stay right here with me,Feel the summer breeze. Το πήρε στα χέρια του και γέλασε.
            «Τι μαλακίες έκανα και τις κρατάς κιόλας.» είπε με ένα υπεροπτικό ύφος, τσαλακώνοντας το κουτί.
            «Μη σε παρακαλώ. Μη μου το χαλάς» φώναξε εκείνη με λυγμούς, στη προσπάθειά της να του πάρει από τα χέρια το κουτάκι. Εξοργίστηκε ακόμα περισσότερο με τον τόνο της φωνής της και της άρπαξε με δύναμη το χέρι και της το γύρισε. Δεν σταμάτησε να κλαίει, και να του λέει πως τον αγαπάει και να την αφήσει. Δεν την άκουγε. Η επίρροια της δόσης περνούσε και έπρεπε να βρει άλλη.
            «Μου το είχες δώσει ακριβώς 4 χρόνια πριν. Στο πρώτο μας ραντεβού. Το ξέρω ότι το θυμάσαι. Ξέρω ότι θυμάσαι πολλά από τότε. Σε παρακαλώ άφησε με. Σε ικετεύω πονάω.»
            «Και επειδή το θυμάμαι τι θέλεις να κάνω? Μια χαζογκόμενα ήσουν, που ήθελα να τη ρίξω στο κρεβάτι. Κάτι έπρεπε να σκεφτώ.»
            «όχι, δεν είναι αλήθεια. Όχι. Όχι. Μ αγαπάς. Ακόμα μ αγαπάς.»
            «Θέλεις να σου δείξω πώς και πόσο σε αγαπάω?»
            Της άφησε το χέρι και τη γύρισε μπροστά του. Την φιλούσε με τόσο πάθος και τόση αγριότητα, σαν να ήθελε να της κάνει κακό. Τα δακρυά της δε σταματούσαν. Έκλαιγε γιατί πονούσε και αγαπούσε. Όχι αυτόν που είχε μπροστά της, αλλά αυτόν που της είχε χαρίσει τη σοκολάτα και της είχε γράψει στίχους από το αγαπημένο του τραγούδι.
            «Σταμάτα, γαμώτο να κλαίς.» Της φώναξε και τη χτύπησε στο πρόσωπο. Αμέσως άρχισε να τρέχει αίμα από τα χείλη της. Την πήρε αγκαλιά και την άφησε πάνω στο στρώμα που είχε για κρεβάτι στη μέση του δωματίου. Της έσκισε το μπλουζάκι που φορούσε και την φιλούσε με όλη του τη δύναμη στο κορμί της που δεν σταμάτησε να σπαρταράει. Της ξεκούμπωσε το σορτσάκι, ενώ τον παρακαλούσε να σταματησει. Κατέβασε το παντελόνι του, της άνοιξε τα πόδια και μπήκε βίαια μέσα της. Ένας αληθινός εραστής που μετατράπηκε σε κτήνος και μπαινόβγαινε μέσα της, με τόσο μίσος, σαν να μην την αγάπησε ποτέ. Σαν να ήταν μία κοπέλα που βρήκε στο δρόμο και ήθελα απλά να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές του ορμές.
            «Τέσσερα χρόνια δεν κλείναμε σήμερα? Αυτό δεν ήθελες? Να σε πηδήξω για να να γιορτάσουμε την επέτειο μας. Γιατί κλαις γαμώτο μου πάλι? Δεν σ αρέσει πια?» της είπε και την χαστούκισε ξανά.
            Όταν τελείωσε, έφυγε από πάνω της και έκατσε δίπλα της. Ο ιδρώτας του να κυλάει σε όλο του το κορμί. Άναψε ένα τσιγάρο και καθόταν με λυγισμένα τα πόδια δίπλα της και κάπνιζε. Εκείνη, γυρισμένη πλάτη, κουλουριασμένη στην άλλη άκρη του στρώματος, έκλαιγε και έβλεπε το αίμα που έσταζε από το πρόσωπό της στα άσπρα σεντόνια. Ο ήλιος δεν είχε ανατήλει ακόμα, και οι αχτίδες του έμπαιναν από τα στόρια και φώτιζαν την γραντζουνισμένη από άλλες φορές πλάτη της.
            Σηκώθηκε, χωρίς να της πει τίποτα και ντύθηκε. Εκείνα τα μαύρα σταράκια που του είχε κάνει δώρο στη γιορτή του. Τα ξεσκισμένα πλέον παπούτσια από παντού.
            «Έχεις λεφτά? Που είναι το πορτοφόλι σου?»            
            Έσπρωχνε από το πάτωμα τα πράγματα που είχαν πέσει από την τσάντα της. Το πορτοφόλι της είχε 80 ευρώ. Τα πήρε, έκλεισε την πόρτα και έφυγε.
            Τα μάτια της έκλειναν. Δεν ήθελε να πάει πουθενά. Πώς θα έβγαινε έξω και θα την έβλεπαν. Δεν ήθελαν να νομίζει κανένας ότι της κάνει κακό. Έκλεισε τα μάτια της και κοιμήθηκε. Γυμνή μέσα στην κίτρινη ατμόσφαιρα του παλιού σπιτιού. Μέσα στον καπνό από το χόρτο. Μέσα στη μυρωδιά από τον ιδρώτα δύο κορμιών που μόλις έκαναν έρωτα. Μέσα στη μυρωδιά μιας αγνής αγάπης.
            Όταν ξύπνησε, τον βρήκε δίπλα της. Τρόμαξε. Τράβηξε το σεντόνι πάνω της και τραβηχτηκε στη γωνία. Εκείνος όμως δεν της φώναξε. Έτρεμε. Κρατούσε στα χέρια του, ένα κουτί από σοκολάτες. Της το έδωσε.
            «Είναι για σένα. Σ αρέσουν αυτές οι σοκολάτες. Έτσι δεν είναι?»
            Με φοβισμένες κινήσεις πήρε το κουτί από τα χέρια του. Τον έβλεπε ότι έτρεμε. Είχε σπασμούς. Δεν ήταν καλά. Δεν ήξερε όμως τι να σκεφτεί. Σηκώθηκε και έφερε μία βρεγμένη πετσέτα. Προσπάθησε να την σκουπίσει, αλλά τα χέρια του δεν μπορούσαν να μείνουν σταθερά. της την έδωσε και την άφησε να σκουπιστεί μόνη της.            
            Σιωπή.
            Πήγε πιο κοντά της και την αγκάλιασε. Δεν το είχε κάνει για πολλούς μήνες. Μία ζεστή αγκαλιά. Σαν να είχαν μόλις γνωριστεί. Έσφιξε το γυμνό της κορμάκι μέσα στα χέρια του. Ένιωθε την ανάσα του να βαραίνει.
            «Συγγνώμη. Δεν ... ήθελα.»
            Σιωπή.            
            «... ήθελα να σου..... κάνω...... κακό»
            έβγαλε τα χέρια της μέσα από τα σεντόνια και τον αγκάλιασε. Έτρεμε ακόμα πιο πολύ. Η ανάσα του βάρυνε κι άλλο.
            «Βοήθει....»
            Και βάρυνε τελείως μέσα στα χέρια της. Έχασε τις αισθήσεις του, μέσα στην αγκαλιά που τον προστάτευε πάντα. Έμεινε εκεί για ώρες και του μιλούσε. Ήταν σίγουρη πως την άκουγε.
            «Κοιμήσου άγγελέ μου.  Ξεκουράσου μέσα στα χέρια μου, μέσα στην αγκαλιά μου. Όπου κι αν πας, εγώ θα είμαι εκεί. Θα σου κρατάω το χέρι και θα βαδίζουμε μαζί. Μπορεί να μη με βλέπεις, αλλά θα με νιώθεις. Σε κάθε πράξη σου, σε κάθε στιγμή σου, σε κάθε σου συναίσθημα. Ό,τι κι αν νιώθεις θα είμαι εκεί. και στα άσχημα και στα εύκολα. Κοιμήσου καρδούλα μου. Διώξε όλα σου τα βάσανα και νιώσε την καρδιά μου. Νιώσε για τελευταία φορα την καρδιά που σ αγάπησε όσο κανείς.»
            Με τα καυτά δάκρυα της να τρέχουν στο πρόσωπο του, η κοπέλα σηκώθηκε από το κρεβάτι, και τον άφησε γαλήνιο να κοιμάται σκεπασμένο με τα άσπρα αλλά και ματωμένα σεντόνια του. Φόρεσε μια φόρμα του και ένα μπλουζάκι και μέσα σε ένα κουτί έβαλε όλα τα πράγματά τους. Όλα τα πράγματα που της τον θύμιζαν. Cd, αποκόμματα από εισητήρια, κουτιά από μαστίχες και σοκολάτες, δώρα, παιχνίδια, ρούχα, κολώνιες, σημειώματα, ραβασάκια, βιβλία και το τελευταίο άσπρο του σακουλάκι.
            «Άγγελέ μου φεύγω. Όσα δεν μπόρεσα να σου πω ποτέ να ξέρεις πως θα στα πω όταν θα σε ξαναδω. Μην φοβάσαι... Δεν θα αργήσω. Να θυμάσαι πως κανείς δεν θα σ’ αγαπήσει όπως εγώ, αλλά ούτε θα σε μισήσει. Μαζί με σένα πέθανε και ένα κομμάτι της καρδιάς μου. το έχεις μέσα στα χεράκια σου. Μου είχες υποσχεθει ότι δε θα με πληγώσεις ποτέ. Γιατί, όμως το έκανες? Αντίο. Σ’ αγαπώ...»
            Άνοιξε την πόρτα και έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω της. Κρατώντας το κουτί στα χέρια της, κατέβηκε τις σκάλες και πήγε σπίτι της. Δεν βγήκε ξανά από το δωμάτιό της, παρα μόνο για να πηγαίνει στο αγόρι της κάθε μέρα και να του κρατάει συντροφιά. Μπορεί να μην τον άγγιζε, αλλά οι σκέψεις τους πάντα ήταν ενωμένες. 









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου